χοληδόχου

χοληδόχου
χοληδόχος
containing bile
masc/fem/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • χολή — Προϊόν της έκκρισης του ήπατος, που προορίζεται να διευκολύνει τη λειτουργία της πέψης, στο έντερο. Σχηματίζεται κατά μεγάλο μέρος στα ηπατικά κύτταρα και, διαμέσου των χοληφόρων τριχοειδών, που βρίσκονται στο ηπατικό λοβίο, περνά τους χοληφόρους …   Dictionary of Greek

  • χολοκυστεντεροστομία — η, Ν ιατρ. εγχείρηση κατά την οποία γίνεται αναστόμωση τής χοληδόχου κύστεως με τμήμα τού λεπτού εντέρου σε περίπτωση απόφραξης τού χοληδόχου πόρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cholecystenterostomie < χολή /χόλος + κύστη + έντερο +… …   Dictionary of Greek

  • χολοκυστογαστροστομία — η, Ν ιατρ. αναστόμωση τής χοληδόχου κύστεως με τον στόμαχο, για παράκαμψη αποφράξεως τού χοληδόχου πόρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cholecystogastrostomie < χολή + κύστη + γαστήρ + στομία (< στομος < στόμα)] …   Dictionary of Greek

  • χοληδόχος κύστη — Σακκοειδής σχηματισμός που επικοινωνεί με τις χοληφόρους οδούς μέσω του κυστικού πόρου. Βρίσκεται κάτω από το συκώτι, μαζεύει τη χολή, τη συμπυκνώνει και όταν συσπάται την εκχύνει στο δωδεκαδάκτυλο κατά τα γεύματα ή μετά από άλλα ερεθίσματα. Η… …   Dictionary of Greek

  • ίκτερος — Κίτρινη χροιά του δέρματος, του σκληρού χιτώνα των ματιών και των βλεννογόνων, που οφείλεται σε συσσώρευση χολοχρωστικών στο αίμα (τιμή χολερυθρίνης άνω των 3 mg ανά 100 ml αίματος) και μπορεί να έχει διάφορες διαβαθμίσεις (στις ηπιότερες… …   Dictionary of Greek

  • δυσκινησία — η (Α δυσκινησία και ιων. δυσκινησίη) δυσκολία στην κίνηση νεοελλ. 1. νωθρότητα, νωχέλεια 2. ιατρ. α) δυσχέρεια κίνησης λόγω κινητικής ασυνεργείας που οφείλεται σε ατελή παράλυση β) ανωμαλία τής σύσπασης τής μήτρας στον τοκετό γ) φρ. «δυσκινησία… …   Dictionary of Greek

  • εμπύημα — Συλλογή πύου σε μια κοιλότητα του ανθρώπινου σώματος. Οι συχνότερες εντοπίσεις του ε. είναι η κοιλότητα του υπεζωκότα, η χοληδόχος κύστη, η σκωληκοειδής απόφυση, το περικάρδιο και η μήτρα. Πολυάριθμοι είναι οι μικροοργανισμοί που ευθύνονται γι’… …   Dictionary of Greek

  • κυστεοδωδεκαδακτυλοστομία — η ιατρ. χειρουργική αναστόμωση τής χοληδόχου κύστεως στο δωδεκαδάκτυλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι αντιδάνεια ως προς το α και το γ συνθετικό και απόδοση ως προς το β συνθετικό της, πρβλ. γαλλ. cystoduodenalostomie < cysto (βλ. κυστε[ο] ) + duodenal… …   Dictionary of Greek

  • πολυαρθρίτιδα — Ταυτόχρονη ή διαδοχική φλεγμονή πολλών μαζί αρθρώσεων. Η π., τις πιο πολλές φορές εκδηλώνεται σαν σύμπτωμα των ρευματισμών, γιατί τα συμπτώματα της οξείας π. μοιάζουν με εκείνα των ρευματισμών. Μερικές φορές εκδηλώνεται συνδυασμένη με διάφορα… …   Dictionary of Greek

  • πύλη — Η μεγάλη θύρα φρουρίου, ναού, ανακτόρου ή και των τειχών μιας οχυρωμένης πόλης. Στον πληθυντικό ο όρος σημαίνει μια στενή διάβαση ανάμεσα σε δύο βουνά ή ανάμεσα σε ένα βουνό και στη θάλασσα. Στην εκκλησιαστική ορολογία ωραία π., αγία π. ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”